Showing posts with label Φανταστικές Ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Φανταστικές Ιστορίες. Show all posts

Tuesday, January 4, 2011

η νέα εποχή

Το "αφεντικό" μου (ενδιαφέρον έχει το πως προέκυψε αυτή η ονομασία, ως μετονομασία του "αφέντη" από την εποχή της σκλαβιάς) κάθε καλοκαίρι δάνειζε σε εμένα και σε όλους τους συναδέλφους μου το κότερο του για μερικές μέρες, μας παραχωρούσε επίσης το σπίτι του στη Μύκονο, στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και τη βίλα του στη Κηφισιά για να κάνουμε πάρτυ γενεθλίων. Είχαμε όλοι κλειδιά του σπιτιού του για να χρησιμοποιούμε την πισίνα και τα κλειδιά της Καγιέν του για να βγάζουμε βόλτα τις γκόμενες μας και να τις εντυπωσιάζουμε

Δεν μου κάνει εντύπωση λοιπόν τώρα, που μας μειώνει το μισθό για να μοιραστούμε και τη χασούρα, όπως τόσα χρόνια μοιραζόμασταν τα αγαθά και τα κέρδη της εταιρίας του.

Το δίκαιο και το σωστό, να λέγονται...

ΥΓ. Καλή χρονιά σε όλους!

Tuesday, July 3, 2007

Απ' την Τιχούανα έρχομαι και στην κορφή κανέλα.


Περπατούσα στην Benito Juarez Bulevar κρατώντας ένα τσιγαριλίκι στο χέρι μου. Το πουκάμισο μου είχε κολλήσει πάνω μου από τον ιδρώτα. Σχεδόν έσερνα τα βήματα μου κάτω από τον καυτό ήλιο της Τιχουάνα ενώ ανακάλυπτα τους λόγους ύπαρξης των σομπρέρος. Δεν ήξερα τι μου έλλειπε εκείνη την ώρα περισσότερο. Όλες οι βασικές μου ανάγκες είχαν χτυπήσει κόκκινο. Ήθελα να φάω. Ήθελα να κατουρήσω. Ήθελα να πιω νερό. Ήθελα να ξαπλώσω. Ήθελα ένα ζεστό ντους. Κι όμως, καμία από αυτές τις ανάγκες δεν ήταν ικανή να υπερνικήσει την πελώρια λαχτάρα που ένοιωθα για μια ακόμα τζούρα από το τσιγάρο μου και μερικά ακόμα μέτρα περιπλάνησης στους δρόμους της πόλης. Στάθηκα στην μέση μιας πλατείας. Τράβηξα την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο μου και έχωσα την μούρη μου μέσα στο, όχι και τόσο καθαρό, νερό του σιντριβανιού που βρίσκονταν εκεί. Κοίταξα γύρω μου. Ένας μεξικανός τυπάκος στέκονταν μερικά μέτρα πιο δίπλα κρατώντας ένα μπουκάλι τεκίλα στο χέρι του. Τον πλησίασα «ουν μποτέγια ντε τεκίλα;» του είπα με τα φτωχά μεξικανικα-μάι ας που μπορούσα να μιλήσω. «Τεκίλα, σενιόρ;» με ρώτησε δείχνοντας μου το μπουκάλι. «Σι. Σι, πορ φαβόρ. Ντόλαρς.» είπα και του έδειξα μερικά δολάρια. Μου έκανε ένα νόημα που μετέφρασα ως «στάκα» και έφυγε. Σε 10 λεπτά επέστρεψε με ένα μπουκάλι λευκή τεκίλα. Πήρε τα δολάρια. Πήρα την Τεκίλα. Έμεινα στην πλατεία να πίνω μέχρι που βράδιασε και τελικά με μάζεψε η πολιτσία. Ευγενέστατοι κύριοι. Με πήγαν στο ξενοδοχείο μου, αφού πρώτα εισέπραξαν την νόμιμη μίζα τους...
Εκείνο το βράδυ ένοιωσα σαν καμένος βρετανός τουρίστας στο Φαλιράκι, και μπορώ να σας πω ότι η αίσθηση ήταν γαμάτη! Ξέρω ότι κανείς δεν γοητεύτηκε από την συμπεριφορά και την προσωπικότητα μου εκείνο το βράδυ, ξέρω όμως και ότι ήμουν ο εαυτός μου και τους είχα όλους χεσμένους. Μετά θυμήθηκα και τους στοίχους των Beastie Boys: “acting like life is a big commercial” στο άκουσμα των οποίων ο κόσμος χοροπηδούσε τις προάλλες, ξεχνώντας ότι η ζωή τους είναι ένα κακοπαιγμένο θέατρο και οι ίδιοι είναι υποψήφιοι μονάχα για χρυσό βατόμουρο, και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για να νοιώθω καλά κάθε φορά που είμαι ο εαυτός μου, έστω και αν στην Τιχουάνα δεν έχω πάει ποτέ…